Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Α ΛΟΥΚΑ





Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΛΙΕΙΑ



Τό γεγονός τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν διηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς, στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀφηγεῖται ἐπιπλέον καί τό ἐκπληκτικό ψάρεμα πού ἔγινε ἀπό τούς μαθητές μέ τήν ὑπόδειξη τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτό γίνεται ὄχι γιατί ἐνδιαφέρονται νά μᾶς περιγράψουν σάν ἱστορικοί τό ξεκίνημα τοῦ Μεσσία στό ἐπί γῆς ἔργο Του, ἀλλά γιατί, στόν τρόπο πού δέχτηκαν οἱ τέσσερις ψαράδες τήν πρόσκληση καί ἀνταποκρίθηκαν ἀμέσως σ’ αὐτήν, βλέπουν τό τυπικό παράδειγμα καί πρότυπο γιά τό πῶς πρέπει νά δέχεται ὁ ἄνθρωπος τό θεῖο κάλεσμα. Ἔτσι, βλέποντας τή σημερινή εὐαγγελική περικοπή, μποροῦμε νά σταθοῦμε στά ἀκόλουθα σημεῖα:
Πρῶτα πρέπει νά προσέξουμε ὅτι τό προσκλητήριο ἀπευθύνεται στούς τέσσερις ὑποψήφιους ἀποστόλους, τήν ὥρα ἀκριβῶς πού αὐτοί βρίσκονταν στίς ἐργασίες τους στό τέλος μίας κοπιαστικῆς νύχτας χωρίς ἀποτελέσματα.
Ἡ πράξη αὐτή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς βοηθάει νά κατανοήσουμε τήν ἐκτίμησή Του στήν ἐργασία καί τήν ἐμπιστοσύνη Του στούς ἀνθρώπους τοῦ καθημερινοῦ μόχθου. Ὅταν ἀποφάσισε νά ἐκλέξει τούς ἀποστόλους Του, δέν ἦλθε στήν Ἀθήνα γιά νά βρεῖ σοφούς, δέν πῆγε στή Ρώμη γιά νά ζητήσει ἰσχυρούς, δέν ἀνέβηκε καν στά
Ἱεροσόλυμα γιά νά καλέσει ἱερεῖς καί νομικούς, ἀλλά «ἐστῶς παρά τήν λίμνην Γεννησαρέτ», κάλεσε πρῶτα μερικούς ψαράδες, ἁπλούς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ, πού ζοῦσαν μέ τήν καθημερινή τους ἐργασία. «Τά μωρά καί τά ἀσθενῆ του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός… ἴνα ἡ πίστις ἡμῶν μή ἤ ἐν σοφία ἀνθρώπων ἀλλ’ ἐν δυνάμει Θεοῦ», δηλαδή: ὅσους ὁ κόσμος θεωρεῖ μωρούς καί ἀνίσχυρους ἐκείνους διάλεξε ὁ Θεός… ὥστε ἡ πίστη μας νά βασίζεται ὄχι σέ ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά στή δύναμη τοῦ Θεοῦ, τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἐάν ὁ ἀρχηγός ἐξέλεγε γιά τό ἔργο Του σοφούς καί δυνατούς, θά θεωροῦνταν ἀνθρώπινο κατόρθωμα ἡ νίκη τοῦ Σταυροῦ. Ἀλλά «ὅπως μή καυχήσηται ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ πάσα σάρξ» καί «ἵνα πᾶν στόμα φραγῆ», ὁ Ἰησοῦς Χριστός προνόησε καί κάλεσε τούς ἀποστόλους ἀπό τίς τάξεις τῶν ψαράδων καί τῶν ἐργατῶν.
Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος λόγος γιά τόν ὁποῖο ὅλοι σχεδόν οἱ ἀπόστολοι ὑπῆρξαν ἐργάτες. Ὅταν τούς καταρτίζει ὁ Ἰησοῦς γιά τό ἔργο τοῦ εὐαγγελίου, τούς ὁμιλεῖ γιά κόπους, γιά στερήσεις, γιά διωγμούς καί ἀγῶνες πού τούς περιμένουν στήν ἀποστολή τους. Δέν θέλει, λοιπόν, «σοφούς» καί «γραμματεῖς» καί «συζητητάς», πού μετροῦν τά πράγματα μέ τόν πῆχυ τῆς λογικῆς καί ἐξαρτοῦν τά πάντα ἀπό ἀνθρώπινους παράγοντες, ἀλλά θέλει ἀνθρώπους μαθημένους νά παλεύουν καί νά ἀγωνίζονται, πού νά γνωρίζουν ἀπό
φτώχεια καί κόπο, ἀπό κινδύνους καί κακοπέραση, ἀνθρώπους πού ἡ ζωή καί ἡ ψυχή τους νά εἶναι ἡ ἐργασία τους. Ἐργάτες τοῦ εὐαγγελίου ἤθελε ὁ Χριστός καί ἐργάτες τῆς ζωῆς κάλεσε.
Ἕνα δεύτερο σημεῖο, πού θέλει νά τονίσει ἡ διήγηση, εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν μαθητῶν στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἡ προθυμία ὑπακοῆς στά λόγια του. Ἐνῶ ἡ ὥρα ἦταν ἀκατάλληλη γιά ψάρεμα καί οἱ μαθητές κουρασμένοι, ὁ Πέτρος ἀπαντᾶ στό Χριστό: «Διδάσκαλε, ὅλη τή νύχτα παιδευόμασταν καί δέν πιάσαμε τίποτε, ἐπειδή ὅμως τό λές ἐσύ θά ρίξω τό δίχτυ». Ἡ θαυματουργική ἁλιεία ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς πίστης τῶν μαθητῶν. Ὁ Χριστός δέν κάνει τό θαῦμα γιά νά ἐντυπωσιάσει ἀλλά γιά νά δείξει προκαταβολικά πόσους καρπούς θά ἀποφέρει ἡ ὑπακοή στό πρόσταγμά Του καί ἡ ὁλοπρόθυμη ἀφοσίωση σ’ αὐτό. Πραγματικά, ἡ ἁλιεία τῆς οἰκουμένης ἀπό τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἀργότερα δέν ὑπῆρξε λιγότερο ἐκπληκτική καί θαυματουργική. Γιατί δέν κοπίασαν μόνοι τους ἀλλά μέ συμπαραστάτη τό Χριστό καί καθοδηγό τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Τό τρίτο σημεῖο πού πρέπει νά σχολιαστεῖ εἶναι πώς ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ θαυματουργική ἁλιεία ὁδηγοῦν τόν Πέτρο στή συναίσθηση τῆς μηδαμινότητάς του καί τῆς γύμνιας του καί τόν κάνουν νά ὁμολογήσει: «βγές ἀπό τό καΐκι μου, Κύριε, γιατί εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός». Ἡ ὑψηλή ἰδέα πού
ἔχουμε γιά τόν ἑαυτό μας δημιουργεῖ ἕνα τεῖχος πού ἐμποδίζει τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά μᾶς ἀγγίξει, ἀντίθετα ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας κάνει πιό ἐπιτακτική τήν ἀνάγκη τῆς παρουσίας καί ἐνέργειας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἡ ὁλονύκτια μάταιη ἐργασία τῶν ψαράδων τῆς Γεννησαρέτ δείχνει τήν ἀδυναμία νά σωθεῖ ὁ κόσμος μέ ἀνθρώπινα μέσα. Τό θαῦμα τοῦ Χριστοῦ καί τά λόγια Του στόν Πέτρο φανερώνουν τό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας, πού μέ τούς ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία, κατακτᾶ καί σώζει τόν κόσμο. Ἡ κατάκτηση αὐτή καί ἡ σωτηρία θά γίνεται στόν αἰώνα, γιά νά ἐκπληρώνονται τά λόγια του Χριστοῦ πρός τόν Πέτρο: «ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν». Ἀμήν.

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Περί σκληροκαρδίας

(Αγ.Λουκά Κριμαίας)

Ποιος άνθρωπος δεν θα θυμώσει και δεν θα δια­μαρτυρηθεί ακούγοντας την παραβολή του κάκου δού­λου στον όποιο ό κύριος του συγχώρεσε ένα μεγάλο χρέος ενώ αυτός δεν ήθελε να συγχωρέσει στον πλη­σίον του ένα μικρό;
Ταράζεται ή καρδιά μας όταν βλέπουμε τίς χειρό­τερες εκδηλώσεις των παθών καί της άμ»ρτωλότητας των ανθρώπων. Σωστά είπε ό προφήτης Δαβίδ «Καί έρρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσον σκύμνων, έκοιμήθην τεταραγμένος υιοί ανθρώπων, οι οδόντες αυτών όπλα καί βέλη, καί ή γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία» (Ψαλ. 56, 5). Καί δεν το λέει για τους φονιάδες καί τους κακούργους αλλά για μας τους απλούς ανθρώ­πους. Εμάς μας αποκαλεί λιοντάρια καί λέει ότι τα δόντια μας είναι όπλα καί βέλη και ή γλώσσα - ακο­νισμένο σπαθί. Καί το σπαθί είναι όργανο του φόνου.
Αν ή γλώσσα μας είναι σαν το αιχμηρό σπαθί τό­τε μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε για να φο­νεύουμε τους ανθρώπους. Καί όντως πολλές φορές το κάνουμε καί δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας δολοφό­νους. Πληγώνουμε την καρδιά του πλησίον με συκο­φαντία καί ψέμμα, προσβάλλουμε τη δική του ανθρώ­πινη αξιοπρέπεια, ταράζουμε την καρδιά του με κακο­λογία, - αυτό δεν είναι πνευματικός φόνος;
Άκούμε πώς κάποιος από τους γνωστούς ανθρώ­πους μοιχεύει καί θυμώνουμε μ' αυτόν. Δεν είναι δύ­σκολο να θυμώνεις με τους άλλους.Δύσκολο είναι να  θυμώνεις με τον εαυτό σου. "Εχουμε δικαίωμα να θυ­μώνουμε με τους άλλους ενώ οι ϊδιοι δεν έχουμε την καθαρότητα πού ζητά από μας ό Χριστός; Πόσοι από μας δεν έχουν κοιτάξει ποτέ γυναίκα ή άνδρα με πό­θο; Λίγοι, πολύ λίγοι.
Ό Κύριος "Ιησούς Χριστός κάθε ακάθαρτο βλέμ­μα πού ρίχνουμε στη γυναίκα το ονομάζει μοιχεία. Καί αν ακόμα δεν την κάναμε με το σώμα, στην καρ­διά μας την είχαμε κάνει.
Ένας μεγάλος ιεράρχης, ό άγιος Τυχών του Ζαντόνσκ, λέει το έξής:«Τις αμαρτίες πού βλέπουμε στους άλλους τις έχουμε καί εμείς». Αυτό είναι πολύ σωστό.                                                                     
Όλες οι αμαρτίες πού βλέπουμε στους άλλους υ­πάρχουν και μέσα μας,ίσως σε βαθμό πιο μικρό, αλ­λά έχουμε το ίδιο ακάθαρτη καρδιά πού ή ακαθαρσία της φανερώνεται με τίς προσβολές του πλησίον και το μίσος εναντίον του. Τέτοια ακαθαρσία υπάρχει στην καρδιά κάθε ανθρώπου. Γι'αυτό, τον λόγο του μεγάλου Ιεράρχη πρέπει να τον θυμόμαστε καί να τον έχουμε πάντα στην καρδιά μας.
Όταν βλέπουμε την άμαρτωλότητα των άλλων πρέπει να δούμε την δική μας καρδιά και να αναρωτη­θούμε «Εγώ είμαι καθαρός από αμαρτία, δεν υπάρχει μέσα μου το ίδιο πάθος πού βλέπω στον αδελφό μου;»
Πάντα θυμόμαστε αυτά πού μας προκαλούν μεγα­λύτερη εντύπωση. Θυμόμαστε, για παράδειγμα τους σεισμούς. Καί όσο πιο συμπονετική είναι ή καρδιά μας τόσο περισσότερο χρόνο θυμόμαστε τα δυστυχή­ματα. Ενώ οι σκληρόκαρδοι άνθρωποι τα ξεχνάνε πο­λύ γρήγορα.
Δεν δουλεύουν έτσι οί σεισμολόγοι. Πάντα έχουν στο νου τους τους σεισμούς καί κάθε μέρα κάνουν τις ανάλογες μετρήσεις. Άπ' αυτούς πρέπει να παίρνουμε το παράδειγμα. Όπως οί σεισμολόγοι πάντα με προ­σοχή παρακολουθούν τίς δονήσεις στο εσωτερικό ή την επιφάνεια της γης, το ίδιο πρέπει εμείς να παρα­κολουθούμε ακούραστα τίς κινήσεις της δικής μας καρδιάς καί να διώχνουμε από μέσα της κάθε ακαθαρ­σία. Να προσέχουμε τίς σκέψεις μας, τις επιθυμίες, τα κίνητρα καί τίς πράξεις. Να τα αναλύουμε με προσο­χή εξετάζοντας μήπως υπάρχει σ' αυτά κάτι αμαρτω­λό.
"Αν μιμηθούμε τους σεισμολόγους και παρακολου­θούμε με προσοχή τίς κινήσεις της δικής μας καρ­διάς, τότε θα συνειδητοποιήσουμε την δικη μας άμαρτωλότητα καί την άναξιότητα καί δεν θα δίνουμε προ­σοχή σ' αυτά πού κάνουν οί άλλοι καί δεν θα τους κα­τακρίνουμε γι' αυτά πού κάνουν.
Προκαλεί αγανάκτηση ή συμπεριφορά του κακού δούλου πού ό ευσπλαγχνος κύριος μόλις του άφησε μεγάλο χρέος δέκα χιλιάδων ταλάντων καί εκείνος μόλις είδε κάποιον πού του οφείλε μόνο εκατό δηνά­ρια τον έπιασε καί άρχισε να τον σφίγγει. Ό φτωχός τον παρακαλούσε καί του έλεγε ίδια λόγια πού μόλις πρίν λίγο ό άσπλαγχνος δούλος έλεγε μπροστά στον κύριο «Μακροθύμησον έπ' έμοί καί αποδώσω σοι» (Μτ. 18, 29). Άλλα εκείνος δεν θέλει να περιμένει καί βάζει στην φυλακή τον οφειλέτη του.
Τί πιο άδικο μπορεί να υπάρχει;
Είναι έσχατος βαθμός σκληροκαρδίας καί άσπλαγχνίας, είναι πλήρης απουσία της ευσπλαχνίας, της θέλησης καί της ικανότητας να αφήνει κανείς στον πλησίον τα όφειλήματά του. Είναι ή λήθη εκεί­νης της αίτησης πού κάθε μέρα απευθύνουμε στον Θεό:«Καί αφες ήμίν τα όφειλήματά ημών, ως καί ήμείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Δεν θέλουμε να αφήνουμε στον πλησίον τα όφειλήματά του, περιμέ­νουμε όμως από τον Θεό να μας αφήσει τα δικά μας.
Την πιο σκοτεινή πλευρά της ψυχής του έδειξε αυτός ό άκαρδος άνθρωπος στον πλησίον του. Ποια ήταν ή αιτία να φερθεί τόσο σκληρά και να καταπα­τήσει το δίκαιο; Πρώτ' άπ' όλα ήταν ό εγωισμός του, ή φιλαυτία του. Λογάριαζε μόνο τον εαυτό του και δεν σκεφτόταν τους άλλους, μόνο για τον εαυτό του ή­θελε καλό. Όλες οί σκέψεις καί επιδιώξεις του ήταν στο να αποκτήσει όσο γίνεται πιο πολλά.Ηταν πολύ μεγάλος εγωιστής. Δεν του αρκούσε ότι πήρε από τον κύριο δέκα χιλιάδες τάλαντα, δεν μπορούσε να ξεχά­σει καί εκείνα τα εκατό δηνάρια πού του χρωστούσε ό φτωχός.
"Ας δούμε όμως τη δική μας καρδιά. Δεν υπάρχει μέσα μας σκληροκαρδία καί φιλαργυρία; Πόσοι από μας περιφρονούν τα λεφτά καί δεν επιδιώκουν τον πλούτο; Λίγοι, πολύ λίγοι. Φιλαργυρία είναι ή αμαρ­τία των περισσότερων ανθρώπων. Αγανακτώντας για την φιλαργυρία του κάλου δούλου, πρέπει με ταπείνω­ση να παραδεχτούμε ότι καί εμείς ευθυνόμαστε για την ΐδια αμαρτία. Στό παράδειγμα του κάκου αύτοΰ δούλου βλέπουμε την χειρότερη εκδήλωση του πά­θους του εγωισμού καί της φιλαργυρίας. Όμως δεν α­γαπάμε καί εμείς τον εαυτό μας πιο πολύ από τον πλη­σίον μας; Τηρούμε την εντολή" «Αγαπήσεις τον πλη­σίον σου ως σεαυτόν» (Μτ. 19, 19);
Αγαπάμε τον εαυτό μας καί για τους άλλους λίγο νοιαζόμαστε. Αυτό σημαίνει εγωισμός, είναι το πάθος πού σε τέτοια άσχημη μορφή εκδηλώθηκε στην περί­πτωση του κάκου δούλου.Ήταν άνθρωπος σκληρόκαρδος καί άσπλαχνος. Εμείς όμως μπορούμε να πουμε για τον εαυτό μας ότι τηρούμε την εντολή του Χρί­στου1 «Γίνεσθε ούν οικτίρμονες, καθώς καί ό πατήρ υ­μών οίκτίρμων εστί;» (Λκ. 6, 36).
Ποιος αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του; Ποιος τον φροντίζει όπως φροντίζει τον εαυτό του; Μόνο οι άγιοι. Εμείς δεν είμαστε άγιοι γιατί ό­λοι έχουμε τα ϊδια πάθη πού βλέπουμε στους άλλους, όπως είπε ό άγιος Τυχών του Ζαντόνσκ.
Πολλές φορές δεν δείχνουμε έλεος στους οφειλέτες μας. Άλλα ό απόστολος Ιάκωβος λέει' «Ή γαρ κρίσις άνέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος» (Ίακ. 2, 13). Να τρο­μάζουμε ακούγοντας αυτά τα λόγια του αποστόλου για­τί θα έχουμε την ίδια μοίρα με τον άσπλαχνο δούλο, τον όποιο οργισμένος ό κύριος παρέδωσε στους βασα­νιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όλο το χρέος.
Στό τέλος της παραβολής ό Χριστός είπε «Ούτω καί ό πατήρ μου ό επουράνιος ποιήσει ύμίν, εάν μη άφήτε έκαστος τω άδελφω αυτόν από των καρδιών υ­μών τα παραπτώματα αυτών» (Μτ. 18, 35).
Μία άλλη φορά ό Χριστός είπε «Εάν γαρ άφήτε τοις άνθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει καί ύ­μίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος' εάν δε μη άφήτε τοις άνθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ό πατήρ υ­μών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Μτ. 6, 14-15).
Ό Κύριος μας είπε να προσευχόμαστε με την προ­σευχή πού έδωσε στους μαθητές του, ή οποία λέει «Καί άφες ήμΐν τα όφειλήματα ημών, ως καί ημείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ημών». Αυτά τα λόγια επανα­λαμβάνουμε κάθε μέρα.
Βλέπετε ότι ή απαίτηση είναι μεγάλη. Δεν μπο­ρούμε όταν, βλέπουμε τίς κακίες πού κάνουν οί άλλοι, μόνο να αγανακτούμε, - πρέπει να θυμόμαστε τον λόγο' «πρόσεχε σεαυτόν».
Να προσέχεις πάντα την καρδιά σου, την κάθε κί­νηση της, ακόμα καί τις πιο ασήμαντες εκδηλώσεις των παθών μέσα της. "Ας θυμόμαστε πάντα τον λόγο του αποστόλου Παύλου στην επιστολή προς Έφεσίους" «Γίνεσθαι δε εις αλλήλους χρηστοί, ενσπλαγχνοι, χαριζόμενοι έαυτοίς καθώς καί ό Θεός εν Χρι­στώ έχαρίσατο υμίν» (Εφ. 4, 32). Πρέπει να συγχω­ρούμε τους άλλους έτσι όπως το είπε ό Χριστός στο τέλος της παραβολής, - με όλη την καρδιά.
"Ας μάθουμε να κάνουμε αυτό πού ζητάει από μας ό Χριστός - να είμαστε σπλαχνικοί, όπως είναι εΰσπλαχνος ό επουράνιος Πατέρας μας καί με όλη την, καρδιά να συγχωρούμε στον πλησίον τα παραπτώμα­τα του. Τότε καί εμάς θα μας συγχωρήσει ό επουρά­νιος Πατέρας μας. Αμήν.


Από το βιβλίο« Αγ.Λουκά επισκόπου Κριμαίας-Λόγοι και ομιλίες»Τόμος Γ Ορθόδοξος Κυψέλη

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

ΣΤΗ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα εὐαγγέλια. Σ᾿αὐτὸ ὁ Κύριος δίνει ἀπάντησι σ᾿ ἕνα ἐρώτημα, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Τὸ ἐρώτημα εἶνε· Ὑπάρχει μόνο ὕλη, ἢ ὑπάρχει καὶ πνεῦμα; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ καὶ πνεῦμα, τότε ποιό ἀπὸ τὰ δύο εἶνε ἀνώτερο καὶ ποιο θὰ προτιμοῦμε, τὴν ὕλη ἢ τὸ πνεῦμα; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίνει ἀπάντησι τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ δώσετε προσοχή.
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πῆγε στὴ Βηθανία σ᾿ ἕνα φτωχόσπιτο, ὅπου κατοικοῦσαν τρία πρόσωπα· ὁ Λάζαρος, ποὺ ἀργότερα θὰ τὸν ἀναστήσῃ ὁ Κύριος, ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή του, καὶ ἡ ἄλλη ἀδελφή του ἡ Μαρία. Ἡ χαρά, ποὺ δοκίμασαν ἦταν ἀπερίγραπτη. Καὶ ἡ μὲν Μάρθα νόμισε, ὅτι θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κύριο ἂν ἑτοιμάσῃ ἕνα καλὸ τραπέζι. Γι᾿ αὐτὸ ἄφησε τὸ Χριστὸ καὶ πῆγε στὴν κουζῖνα.
Ἡ Μαρία ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε ὁ Χριστὸς μέσα στὸ σπίτι μέχρις ὅτου βγῆκε, δὲν ἀπομακρύνθηκε καθόλου ἀπὸ τὴ συντροφιά του. Σὰν σφουγγάρι ῥουφοῦσε ὅλα τὰ λόγια του, ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἄλλα στὸν κόσμο· ὅπως παρηγορεῖ ὁ Χριστὸς δὲν σὲ παρηγορεῖ κανένας. Μόνο τὰ δικά του λόγια δίνουν φτεροῦγες καὶ ὑψώνουν τὸν ἄνθρωπο ψηλά, πολὺ ψηλά, γιὰ νὰ αἰσθανθῇ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι.
Ἡ Μάρθα κάποια στιγμὴ κουράστηκε μέσα στὴν κουζῖνα. Βγαίνει, ὅπως ἦταν ἀνασκουμπωμένη, καὶ λέει· «Κύριε, δὲν μὲ λυπᾶστε; Ἡ ἀδελφή μου μ᾿ ἄφησε μόνη. Δὲν τῆς λές, νὰ σηκωθῇ ἀπ᾽ τὸ κάθισμα καὶ νά ᾿ρθῃ μέσα στὴν κουζῖνα νὰ μὲ βοηθήσῃ;». Καὶ τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ ξέρει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ζύγισε τὴ Μάρθα, ζύγισε τὴ Μαρία, καὶ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία»(Λουκ. 10,41-42). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Εἶνε σὰν νὰ ἔλεγε· Μάρθα, στὸ φτωχικό σου δὲν ἦρθα γιὰ φαΐ.
Ὅπως ἡ ἀδελφή σου ἀκούει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ νὰ ἔρθῃς ἐδῶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ὅσο γιὰ τὸ φαγητό, μετὰ τὴ διδασκαλία κάτι θὰ βρεθῇ νὰ φᾶμε. Ἐδῶ ἦρθα νὰ δώσω τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ Μαρία «τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο»(Λουκ. 10,41-42)· διάλεξε τὸ καλύτερο, διάλεξε ὄχι τὴν ὕλη ἀλλὰ τὸ πνεῦμα.
Νομίζω, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ εἶνε ἡ φωτογραφία ὅλων μας. Καὶ σήμερα βρίσκουμε ἀνάλογα παραδείγματα. Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδι τί σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι σήμερα; ἀγγέλους, ἀρχαγγέλους, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν «ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι» τὴν οἰκουμένην ὅλην, αὐτὰ σκέπτονται; Ὁ κόσμος σήμερα ἔχει πέσει στὴν ὕλη. Ὅλοι, μὲ διαφόρους τρόπους, κυνηγοῦν τὸ χρῆμα. Πῶς τὰ ἑκατὸ νὰ τὰ κάνουν διακόσα, τὰ διακόσα νὰ τὰ κάνουν τετρακόσα… Συνεχῶς τρέχουν λαχανιασμένοι, σὰν τὸ σκύλο ποὺ ἀσθμαίνει μὲ τὴ γλῶσσα ἔξω.
Λένε γιὰ κάποιον ἀρχαῖο βασιλέα, ὅτι δὲν κοίταζε ἄλλο παρὰ μόνο πῶς νὰ θησαυρίσῃ. Παρακαλοῦσε τοὺς θεοὺς νὰ τοῦ κάνουν τὴ χάρι, ὅ,τι πιάνει νὰ γίνεται χρυσάφι. Καὶ οἱ θεοί, λέει, ἄκουσαν τὴν προσευχή του· καὶ ἔπιανε πέτρες γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ξύλα γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ζῷα γίνονταν χρυσᾶ μοσχάρια, ἔπιανε λουλούδια γίνονταν κι αὐτὰ χρυσᾶ. Κάθισε στὸ τραπέζι νὰ φάῃ, ἔγιναν καὶ τὰ πιάτα καὶ τὸ φαῒ χρυσᾶ. Τέλος ἄγγιξε καὶ τὴν κόρη του καὶ ἔγινε κι αὐτὴ χρυσὸ ἄγαλμα.
Τότε κατάλαβε, ὅτι ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα ἀνώτερα ἀπὸ τὸ χρυσάφι. Ὑπάρχουν τὰ λουλούδια ποὺ μυρίζουν, τὰ ἀηδόνια ποὺ κελαϊδοῦν, ἡ γυναίκα ποὺ ἀγαπάει, τὰ παιδιὰ μὲ τὴ στοργὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους. Ὑπάρχουν ἰδέες ἀθάνατες. Κατάλαβε, ὅτι τὸ χρυσάφι δὲν εἶνε θεός. Καὶ ἐν τέλει οἱ θεοὶ τὸν σπλαχνίστηκαν καὶ τὸν ἐπανέφεραν στὴν προηγουμένη κατάστασι.
Ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι λάτρεις τοῦ μπεζαχτᾶ, τῶν χρημάτων, τῶν δολλαρίων. Θεὸ ἔχουν ὄχι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν – ψέματα λένε· θεὸ ἔχουν τὸν χρυσό. Ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα ἄλλοι στὸ χρῆμα κι ἄλλοι στὴ σάρκα, στὸ βοῦρκο, ὅπως τὰ ἀκάθαρτα ζῷα. Ἔχουν σύνθημα «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν»(Ἠσ. 22,13 = Α´ Κορ. 15,32)· γλέντι, χορός, διασκέδασι, θέατρο, κινηματογράφος, πάρτυ, κρουαζιέρες κ.λπ..
Καὶ οἱ νέοι μας; Ὤ οἱ νέοι μας! Τί τραγούδια ψάλλουν; Μιὰ νεότης, ποὺ πῆρε κάποτε τὶς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Πίνδου καὶ τὶς ἕνωσε μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τώρα ποῦ ἔπεσε; Στὰ τυχερὰ παιχνίδια καὶ στὸν τεντυμποϊσμό. Θεός τους τὸ ποδόσφαιρο, ἡ μπάλλα. Ἂν τεντώσῃς τ᾽ αὐτί σου, θ᾿ ἀκούσῃς ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ ἔρωτες, ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ πιοτά, ἄλλος γιὰ χαρτοπαίγνια…
Ἄχ, ἀδελφοί μου, ὁ κόσμος ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ περπατάει στὰ σοκάκια τοῦ διαβόλου. Σ᾿ ἕνα τέτοιο κόσμο λοιπόν, ποὺ εἶνε ἀπορροφημένος μόνο ἀπὸ τὶς ἡδονές, ἀπὸ τὶς διασκεδάσεις κι ἀπὸ τὸ ἄτιμο χρῆμα, ἀκούγεται σήμερα ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ λέει· «Μάρθα Μάρθα», κόσμε κόσμε, «μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δε ἐστι χρεία».
Ὁ κόσμος σήμερα εἶνε δραστήριος στὸ νὰ φτειάχνῃ ῥόδες, βίδες, δορυφόρους, ὑλικὰ καὶ ἐπίγεια πράγματα· ἀλλὰ γιὰ τὰ πνευματικά, γιὰ τὴν καλυτέρευσι τοῦ ἠθικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ του βίου, εἶνε ἀδρανὴς σὰν τὴ χελώνα. Ἀδιαφορεῖ. Ἔχει χρόνια νὰ πατήσῃ στὴν ἐκκλησία. Στὴν ἐκκλησία θὰ ᾿ρθῇ πιὰ νεκρός. Καὶ ἂν πῇς, Χριστιανέ μου, γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ ἐκτελέσῃς τὰ θρησκευτικά σου καθήκοντα; ἀμέσως στερεότυπη ἡ ἀπάντησι· «Δὲν ἔχω καιρό». Ἀπὸ τὶς εἰκοσιτέσσερις ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου, ἐσὺ μάνα, ἐσὺ παιδί, δὲν μπορεῖς νὰ κόψῃς δέκα λεπτὰ γιὰ νὰ δοξάσῃς τὸ Δημιουργό σου; Ἐσὺ κοπέλλα μου, ποὺ τρῶς ὧρες ὁλόκληρες μπροστὰ στὸν καθρέφτη γιὰ νὰ θαυμάζῃς τὸ εἴδωλό σου τὸ φθαρτό, γιὰ νὰ περιποιῆσαι τὰ μαλλιά σου, τὰ νύχια σου, τὸ κορμί σου ποὺ θὰ σαπίσῃ μέσα στὴ μαύρη γῆ, δὲν σοῦ περισσεύουν δέκα λεπτά, ν᾿ ἀνοίξῃς τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ διαβάσῃς ἁγία Γραφή, βίους τῶν ἁγίων; Κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄλλος;… Ἔχουμε καιρὸ νὰ ἀγρυπνοῦμε γιὰ διασκεδάσεις μέσ᾿ στὰ «μαντριὰ» τοῦ διαβόλου, μὰ στὴν ἐκκλησία σβήσανε τὰ ἅγια, οἱ καντῆλες, τὰ πάντα. Δὲν ὑπάρχουν πλέον ἱερὲς ἀγρυπνίες… «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Κάποιο ἀνέκδοτο λέει τὸ ἑξῆς. Μιὰ μέρα σ᾿ ἕνα ὑπερωκεάνιο ταξίδευαν περίπου χίλιοι ἐπιβάτες. Ἦταν γαλήνη. Ἀλλὰ ἡ θάλασσα εἶνε ἄστατη. Σὲ λίγο τὰ κύματα σηκώθηκαν τόσο, ὥστε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ πλοῖο κινδύνευε νὰ καταποντισθῇ.
Ὁ πλοίαρχος βλέποντας τὸν κίνδυνο διατάζει τὰ πάρουν ὅλοι τὰ σωσίβια καὶ νὰ κατεβοῦν στὶς βάρκες. Ὅλοι κατέβηκαν. Ἕνας μόνο δὲν ἐννοοῦσε ν᾿ ἀφήσῃ τὸ καράβι. Αὐτὸς τὴν ὥρα ἐκείνη πῆγε κι ἄνοιξε τὴ βαλίτσα καὶ μετροῦσε τὶς λίρες του. Καὶ μόνο αὐτό; Καθὼς τὸ πλοῖο ἔμεινε ἐγκαταλελειμμένο καὶ οἱ ἄνθρωποι ζητώντας νὰ σώσουν τὴ ζωή τους εἶχαν ἀφήσει πολύτιμα πράγματα, αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ μαζέψῃ κι ἄλλα. Σὰν τὸ κοράκι, ποὺ πέφτει στὸ ψοφίμι καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τ᾿ ἀφήσῃ, ἔτσι κι αὐτὸς ἦταν ῥιγμένος στὸ χρυσίο καὶ τὸ ἀργύριο. Τοῦ φωνάζουν· κανένα ἐνδιαφέρον αὐτός. Ὥσπου στὸ τέλος, μὲ μιὰ ἀπότομη κλίσι, τὸ πλοῖο βυθίζεται καὶ παίρνει κι αὐτὸν στὸ βυθὸ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα καὶ μὲ ὅλα του τὰ πολύτιμα!
Καταλάβατε; Ἔτσι εἶνε καὶ ἡ ζωή μας· θάλασσα εἶνε καὶ ταξιδεύουμε ὅλοι. Τελικὰ κανένας δὲν θὰ μείνῃ μέσα στὸ πλοῖο. Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἔρχεται τὸ τέλος. Κόσμε, βγῆτε ἔξω, κατεβῆτε στὴν σωτήριο λέμβο. Καὶ ποιά εἶνε ἡ σωτήριος λέμβος; Εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶνε ἡ πίστι, εἶνε ἡ μετάνοια. Ὅσο ἔχουμε ἀκόμη καιρό, ἀδελφοί μου, ἂς σπεύσουμε.
Πέρασαν τὰ χρονάκια τῆς ζωῆς μας. Σὲ πολλοὺς τὰ χιόνια κάθησαν στὰ μαλλιά. Ὁ κό- σμος ἐτοῦτος περνᾷ. «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδέν τὰ πλούτη, μηδέν ἡ νεότης, μηδέν τὰ κάλλη… Ἕνα μένει, ἕνας μόνο ἀξίζει νὰ λατρεύεται, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴ δίψα, ποὺ εἶχε ἡ Μαρία γιὰ τὸ Χριστό, νὰ ἔχουμε κ᾿ ἐμεῖς. Τὸν Χριστὸ νὰ ἀγαπήσουμε, καὶ αὐτὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἂς ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος