Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

ΣΤΗ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» (Λουκ. 10,41-42)

Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα εὐαγγέλια. Σ᾿αὐτὸ ὁ Κύριος δίνει ἀπάντησι σ᾿ ἕνα ἐρώτημα, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Τὸ ἐρώτημα εἶνε· Ὑπάρχει μόνο ὕλη, ἢ ὑπάρχει καὶ πνεῦμα; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ καὶ πνεῦμα, τότε ποιό ἀπὸ τὰ δύο εἶνε ἀνώτερο καὶ ποιο θὰ προτιμοῦμε, τὴν ὕλη ἢ τὸ πνεῦμα; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίνει ἀπάντησι τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ δώσετε προσοχή.
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς πῆγε στὴ Βηθανία σ᾿ ἕνα φτωχόσπιτο, ὅπου κατοικοῦσαν τρία πρόσωπα· ὁ Λάζαρος, ποὺ ἀργότερα θὰ τὸν ἀναστήσῃ ὁ Κύριος, ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή του, καὶ ἡ ἄλλη ἀδελφή του ἡ Μαρία. Ἡ χαρά, ποὺ δοκίμασαν ἦταν ἀπερίγραπτη. Καὶ ἡ μὲν Μάρθα νόμισε, ὅτι θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κύριο ἂν ἑτοιμάσῃ ἕνα καλὸ τραπέζι. Γι᾿ αὐτὸ ἄφησε τὸ Χριστὸ καὶ πῆγε στὴν κουζῖνα.
Ἡ Μαρία ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε ὁ Χριστὸς μέσα στὸ σπίτι μέχρις ὅτου βγῆκε, δὲν ἀπομακρύνθηκε καθόλου ἀπὸ τὴ συντροφιά του. Σὰν σφουγγάρι ῥουφοῦσε ὅλα τὰ λόγια του, ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἄλλα στὸν κόσμο· ὅπως παρηγορεῖ ὁ Χριστὸς δὲν σὲ παρηγορεῖ κανένας. Μόνο τὰ δικά του λόγια δίνουν φτεροῦγες καὶ ὑψώνουν τὸν ἄνθρωπο ψηλά, πολὺ ψηλά, γιὰ νὰ αἰσθανθῇ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι.
Ἡ Μάρθα κάποια στιγμὴ κουράστηκε μέσα στὴν κουζῖνα. Βγαίνει, ὅπως ἦταν ἀνασκουμπωμένη, καὶ λέει· «Κύριε, δὲν μὲ λυπᾶστε; Ἡ ἀδελφή μου μ᾿ ἄφησε μόνη. Δὲν τῆς λές, νὰ σηκωθῇ ἀπ᾽ τὸ κάθισμα καὶ νά ᾿ρθῃ μέσα στὴν κουζῖνα νὰ μὲ βοηθήσῃ;». Καὶ τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὅλο ἀγάπη καὶ ξέρει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ζύγισε τὴ Μάρθα, ζύγισε τὴ Μαρία, καὶ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε· «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία»(Λουκ. 10,41-42). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Εἶνε σὰν νὰ ἔλεγε· Μάρθα, στὸ φτωχικό σου δὲν ἦρθα γιὰ φαΐ.
Ὅπως ἡ ἀδελφή σου ἀκούει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κ᾿ ἐσὺ νὰ ἔρθῃς ἐδῶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ὅσο γιὰ τὸ φαγητό, μετὰ τὴ διδασκαλία κάτι θὰ βρεθῇ νὰ φᾶμε. Ἐδῶ ἦρθα νὰ δώσω τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ Μαρία «τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο»(Λουκ. 10,41-42)· διάλεξε τὸ καλύτερο, διάλεξε ὄχι τὴν ὕλη ἀλλὰ τὸ πνεῦμα.
Νομίζω, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ εἶνε ἡ φωτογραφία ὅλων μας. Καὶ σήμερα βρίσκουμε ἀνάλογα παραδείγματα. Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδι τί σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι σήμερα; ἀγγέλους, ἀρχαγγέλους, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν «ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι» τὴν οἰκουμένην ὅλην, αὐτὰ σκέπτονται; Ὁ κόσμος σήμερα ἔχει πέσει στὴν ὕλη. Ὅλοι, μὲ διαφόρους τρόπους, κυνηγοῦν τὸ χρῆμα. Πῶς τὰ ἑκατὸ νὰ τὰ κάνουν διακόσα, τὰ διακόσα νὰ τὰ κάνουν τετρακόσα… Συνεχῶς τρέχουν λαχανιασμένοι, σὰν τὸ σκύλο ποὺ ἀσθμαίνει μὲ τὴ γλῶσσα ἔξω.
Λένε γιὰ κάποιον ἀρχαῖο βασιλέα, ὅτι δὲν κοίταζε ἄλλο παρὰ μόνο πῶς νὰ θησαυρίσῃ. Παρακαλοῦσε τοὺς θεοὺς νὰ τοῦ κάνουν τὴ χάρι, ὅ,τι πιάνει νὰ γίνεται χρυσάφι. Καὶ οἱ θεοί, λέει, ἄκουσαν τὴν προσευχή του· καὶ ἔπιανε πέτρες γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ξύλα γίνονταν μάλαμα, ἔπιανε ζῷα γίνονταν χρυσᾶ μοσχάρια, ἔπιανε λουλούδια γίνονταν κι αὐτὰ χρυσᾶ. Κάθισε στὸ τραπέζι νὰ φάῃ, ἔγιναν καὶ τὰ πιάτα καὶ τὸ φαῒ χρυσᾶ. Τέλος ἄγγιξε καὶ τὴν κόρη του καὶ ἔγινε κι αὐτὴ χρυσὸ ἄγαλμα.
Τότε κατάλαβε, ὅτι ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα ἀνώτερα ἀπὸ τὸ χρυσάφι. Ὑπάρχουν τὰ λουλούδια ποὺ μυρίζουν, τὰ ἀηδόνια ποὺ κελαϊδοῦν, ἡ γυναίκα ποὺ ἀγαπάει, τὰ παιδιὰ μὲ τὴ στοργὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους. Ὑπάρχουν ἰδέες ἀθάνατες. Κατάλαβε, ὅτι τὸ χρυσάφι δὲν εἶνε θεός. Καὶ ἐν τέλει οἱ θεοὶ τὸν σπλαχνίστηκαν καὶ τὸν ἐπανέφεραν στὴν προηγουμένη κατάστασι.
Ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι λάτρεις τοῦ μπεζαχτᾶ, τῶν χρημάτων, τῶν δολλαρίων. Θεὸ ἔχουν ὄχι τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν – ψέματα λένε· θεὸ ἔχουν τὸν χρυσό. Ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα ἄλλοι στὸ χρῆμα κι ἄλλοι στὴ σάρκα, στὸ βοῦρκο, ὅπως τὰ ἀκάθαρτα ζῷα. Ἔχουν σύνθημα «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν»(Ἠσ. 22,13 = Α´ Κορ. 15,32)· γλέντι, χορός, διασκέδασι, θέατρο, κινηματογράφος, πάρτυ, κρουαζιέρες κ.λπ..
Καὶ οἱ νέοι μας; Ὤ οἱ νέοι μας! Τί τραγούδια ψάλλουν; Μιὰ νεότης, ποὺ πῆρε κάποτε τὶς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῆς Πίνδου καὶ τὶς ἕνωσε μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τώρα ποῦ ἔπεσε; Στὰ τυχερὰ παιχνίδια καὶ στὸν τεντυμποϊσμό. Θεός τους τὸ ποδόσφαιρο, ἡ μπάλλα. Ἂν τεντώσῃς τ᾽ αὐτί σου, θ᾿ ἀκούσῃς ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ ἔρωτες, ἄλλος νὰ μιλάῃ γιὰ πιοτά, ἄλλος γιὰ χαρτοπαίγνια…
Ἄχ, ἀδελφοί μου, ὁ κόσμος ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ περπατάει στὰ σοκάκια τοῦ διαβόλου. Σ᾿ ἕνα τέτοιο κόσμο λοιπόν, ποὺ εἶνε ἀπορροφημένος μόνο ἀπὸ τὶς ἡδονές, ἀπὸ τὶς διασκεδάσεις κι ἀπὸ τὸ ἄτιμο χρῆμα, ἀκούγεται σήμερα ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ λέει· «Μάρθα Μάρθα», κόσμε κόσμε, «μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δε ἐστι χρεία».
Ὁ κόσμος σήμερα εἶνε δραστήριος στὸ νὰ φτειάχνῃ ῥόδες, βίδες, δορυφόρους, ὑλικὰ καὶ ἐπίγεια πράγματα· ἀλλὰ γιὰ τὰ πνευματικά, γιὰ τὴν καλυτέρευσι τοῦ ἠθικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ του βίου, εἶνε ἀδρανὴς σὰν τὴ χελώνα. Ἀδιαφορεῖ. Ἔχει χρόνια νὰ πατήσῃ στὴν ἐκκλησία. Στὴν ἐκκλησία θὰ ᾿ρθῇ πιὰ νεκρός. Καὶ ἂν πῇς, Χριστιανέ μου, γιατί δὲν ἔρχεσαι νὰ ἐκτελέσῃς τὰ θρησκευτικά σου καθήκοντα; ἀμέσως στερεότυπη ἡ ἀπάντησι· «Δὲν ἔχω καιρό». Ἀπὸ τὶς εἰκοσιτέσσερις ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου, ἐσὺ μάνα, ἐσὺ παιδί, δὲν μπορεῖς νὰ κόψῃς δέκα λεπτὰ γιὰ νὰ δοξάσῃς τὸ Δημιουργό σου; Ἐσὺ κοπέλλα μου, ποὺ τρῶς ὧρες ὁλόκληρες μπροστὰ στὸν καθρέφτη γιὰ νὰ θαυμάζῃς τὸ εἴδωλό σου τὸ φθαρτό, γιὰ νὰ περιποιῆσαι τὰ μαλλιά σου, τὰ νύχια σου, τὸ κορμί σου ποὺ θὰ σαπίσῃ μέσα στὴ μαύρη γῆ, δὲν σοῦ περισσεύουν δέκα λεπτά, ν᾿ ἀνοίξῃς τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ διαβάσῃς ἁγία Γραφή, βίους τῶν ἁγίων; Κ᾿ ἐσὺ ὁ ἄλλος;… Ἔχουμε καιρὸ νὰ ἀγρυπνοῦμε γιὰ διασκεδάσεις μέσ᾿ στὰ «μαντριὰ» τοῦ διαβόλου, μὰ στὴν ἐκκλησία σβήσανε τὰ ἅγια, οἱ καντῆλες, τὰ πάντα. Δὲν ὑπάρχουν πλέον ἱερὲς ἀγρυπνίες… «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Κάποιο ἀνέκδοτο λέει τὸ ἑξῆς. Μιὰ μέρα σ᾿ ἕνα ὑπερωκεάνιο ταξίδευαν περίπου χίλιοι ἐπιβάτες. Ἦταν γαλήνη. Ἀλλὰ ἡ θάλασσα εἶνε ἄστατη. Σὲ λίγο τὰ κύματα σηκώθηκαν τόσο, ὥστε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ πλοῖο κινδύνευε νὰ καταποντισθῇ.
Ὁ πλοίαρχος βλέποντας τὸν κίνδυνο διατάζει τὰ πάρουν ὅλοι τὰ σωσίβια καὶ νὰ κατεβοῦν στὶς βάρκες. Ὅλοι κατέβηκαν. Ἕνας μόνο δὲν ἐννοοῦσε ν᾿ ἀφήσῃ τὸ καράβι. Αὐτὸς τὴν ὥρα ἐκείνη πῆγε κι ἄνοιξε τὴ βαλίτσα καὶ μετροῦσε τὶς λίρες του. Καὶ μόνο αὐτό; Καθὼς τὸ πλοῖο ἔμεινε ἐγκαταλελειμμένο καὶ οἱ ἄνθρωποι ζητώντας νὰ σώσουν τὴ ζωή τους εἶχαν ἀφήσει πολύτιμα πράγματα, αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ μαζέψῃ κι ἄλλα. Σὰν τὸ κοράκι, ποὺ πέφτει στὸ ψοφίμι καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τ᾿ ἀφήσῃ, ἔτσι κι αὐτὸς ἦταν ῥιγμένος στὸ χρυσίο καὶ τὸ ἀργύριο. Τοῦ φωνάζουν· κανένα ἐνδιαφέρον αὐτός. Ὥσπου στὸ τέλος, μὲ μιὰ ἀπότομη κλίσι, τὸ πλοῖο βυθίζεται καὶ παίρνει κι αὐτὸν στὸ βυθὸ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα καὶ μὲ ὅλα του τὰ πολύτιμα!
Καταλάβατε; Ἔτσι εἶνε καὶ ἡ ζωή μας· θάλασσα εἶνε καὶ ταξιδεύουμε ὅλοι. Τελικὰ κανένας δὲν θὰ μείνῃ μέσα στὸ πλοῖο. Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἔρχεται τὸ τέλος. Κόσμε, βγῆτε ἔξω, κατεβῆτε στὴν σωτήριο λέμβο. Καὶ ποιά εἶνε ἡ σωτήριος λέμβος; Εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶνε ἡ πίστι, εἶνε ἡ μετάνοια. Ὅσο ἔχουμε ἀκόμη καιρό, ἀδελφοί μου, ἂς σπεύσουμε.
Πέρασαν τὰ χρονάκια τῆς ζωῆς μας. Σὲ πολλοὺς τὰ χιόνια κάθησαν στὰ μαλλιά. Ὁ κό- σμος ἐτοῦτος περνᾷ. «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδέν τὰ πλούτη, μηδέν ἡ νεότης, μηδέν τὰ κάλλη… Ἕνα μένει, ἕνας μόνο ἀξίζει νὰ λατρεύεται, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴ δίψα, ποὺ εἶχε ἡ Μαρία γιὰ τὸ Χριστό, νὰ ἔχουμε κ᾿ ἐμεῖς. Τὸν Χριστὸ νὰ ἀγαπήσουμε, καὶ αὐτὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἂς ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος
Ὅπως ὅλα τά γεγονότα πού μᾶς διηγοῦνται οἱ ἅγιοι Εὐαγγελισταί ἔγιναν διά τήν σωτηρίαν ἡμῶν, ἔτσι καί ἡ Θεία Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔγινε δι' ἡμᾶς καί διά τήν σωτηρίαν ἡμῶν. Δέν ὑπάρχει κάτι στή ζωή τοῦ Κυρίου μας, πού νά μήν ἔχει σωτηριολογική σημασία, πού νά μήν ἀφορᾶ τήν σωτηρία μας. Γι' αὐτό ἄλλωστε ἐνηνθρώπισε ἔγινε ἄνθρωπος διά τήν σωτηρία μας.

Καί ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας μᾶς ὑποδεικνύει ὄχι μόνον τήν θεότητα τοῦ Κυρίου καί τήν δόξαν τήν ὁποίαν εἶχε πλησίον τοῦ Οὐρανίου Πατρός Του, πρό τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, προαιωνίως -καί τήν ὁποίαν ἐπ' ὀλίγον ἐφανέρωσε εἰς τούς Μαθητάς του, δέν ἐφανέρωσε τήν πλήρη δόξα Του, ἀλλά κάτι ἀπ' τή δόξα Του, καθώς ἠδύναντο, ὅπως λέει ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας-, ἀλλά κι ἔτσι μᾶς ὑπέδειξε ποιός εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς δικῆς μας ζωῆς.
Εἶναι νά μετέχουμε τοῦ Θείου Φωτός, τῆς Δόξης τοῦ Θεοῦ, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Διότι κατά τούς Ἁγίους Πατέρες ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Δόξα Του, εἶναι τό Ἄκτιστο Φῶς. Εἶναι ἡ θέα τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀπ' τή μιά λοιπόν μεριά ὁ Κύριος μεταμορφώνεται γιά νά βεβαιωθοῦν καί οἱ Μαθηταί Του, πού θά ἐσκανδαλίζοντο μετά ἀπό λίγο μέ τόν Σταυρικό Του θάνατο, ὅτι ὄντως εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός ἀληθινός. Ἀλλά καί μεταμορφώνεται γιά νά πεῖ καί σέ μᾶς πώς ὅ,τι συνέβη σέ μένα πρέπει νά γίνει καί σέ σᾶς. Εἴμεθα κεκλημένοι ὅλοι νά μεταμορφωθοῦμε. Βέβαια, ὁ Κύριος μετεμορφώθη δι' ἰδίας Αὐτοῦ δυνάμεως. Ἐμεῖς θά πρέπει νά μεταμορφωθοῦμε «ἀπό δόξης εἰς δόξαν», πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὄχι διά τῆς δικῆς μας δυνάμεως, ἀλλά διά τῆς Χάριτος καί τοῦ Φωτός τοῦ Μεταμορφωθέντος Κυρίου.
Γιά τό Φῶς αὐτό μιλοῦσε καί ἡ Παλαιά Διαθήκη καί κάποιοι ὅπως ὁ Μωϋσῆς, ὅπως ἀκούσαμε, ἔλαβαν δόξαν Θεοῦ. Ἀλλά κανείς δέν τόλμησε νά πεῖ στήν Παλαιά Διάθηκη, ὅσο κι ἄν ἔλαβε κάποια Χάριν καί Δόξαν ἀπό τόν Θεόν, ὅτι «ἐγώ εἰμι τό Φῶς τοῦ Κόσμου». Μόνο ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐτόλμησε νά τό πεῖ γιατί Αὐτός εἶναι καί ἡ ζωή, εἶναι τό πᾶν. Καί τώρα πῶς ἐμεῖς, οἱ ἐμπαθεῖς, οἱ ἁμαρτωλοί, θά μετάσχουμε τοῦ Θείου Φωτός; Πῶς θά γίνουμε κι ἐμεῖς φῶς; Πῶς θά ὑποχωρήσουν τά πάθη μας πού εἶναι σκότος; Καί οἱ ἁμαρτίες πού εἶναι σκότος; Καί πῶς σιγά - σιγά τό σκότος πού εἶναι ἐν ἡμῖν θά λιγοστεύει καί θά αὐξάνει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ; Αὐτός εἶναι ὁ ἀγῶνας μας καί γι' αὐτό βλέπουμε τόν Κύριο Μεταμορφωθέντα καί βλέπουμε ποῦ πρέπει νά φθάσουμε κι ἐμεῖς. Διότι κάθε Χριστιανός πρέπει νά γίνει μιμητής τοῦ Χριστοῦ καί ὅ,τι συνέβη στόν Χριστό νά γίνει καί στήν δική μας ζωή, ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅτι πρέπει νά ὁδεύσωμεν διά τῶν βαθμίδων τῆς πνευματικῆς τελειώσεως, τῆς πνευματικῆς ἡλικίας τοῦ Χριστοῦ κι ὅ,τι συνέβη στόν Χριστό νά γίνη καί σέ μᾶς.
Ἄρα, λοιπόν, καί σέ μᾶς πρέπει νά γίνη Μεταμόρφωσις διά τοῦ φωτός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μας. Κι ἐδῶ εἶναι ὁ ἀγῶνας μας. Πῶς μέ τήν μετάνοιά μας, μέ τήν προσευχή μας, μέ τήν ταπείνωσί μας, μέ τήν ὑπακοή μας, μέ τήν συμμετοχή στό φωτιστικό Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου -διότι καί ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι Φῶς- ὡς μετέχοντες αὐτῶν ὅλων τῶν ἁγίων χαρισμάτων τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ, θά μπορέσουμε κι ἐμεῖς λίγο - λίγο νά λιγοστεύουμε μέσα μας τό σκότος καί νά αὐξάνη τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ;
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι βλέποντας τόν Μεταμορφωθέντα Κύριον βλέπουν καί τόν ἑαυτόν τους. Διά μέν τόν ἑαυτόν μας λυπούμεθα, διότι δέν βλέπουμε τό Φῶς αὐτό νά λάμπη στήν ὕπαρξή μας. Διά δέ τόν Μεταμορφωθέντα Κύριον χαιρόμεθα καί τόν εὐχαριστοῦμε καί τόν δοξάζουμε. Τόν παρακαλοῦμε ὅμως σήμερα ταπεινά νά μᾶς βοηθήση νά ποθήσωμε τό ἄκτιστον Φῶς, τό Φῶς τοῦ Προσώπου Του. Νά ποθήσωμε νά ἀντικαταστήσωμε τόν ἔσω ἄνθρωπο, νά τόν κάνουμε φωτεινό, ὅπως φωτεινός εἶναι ὁ Χριστός, πού εἶναι ὅλος Φῶς καί ὅλος Ζωή καί ὅλος Ἀνάστασις καί ὅλος Ἀλήθεια.
Κι ἔτσι, ἀγωνιζόμενοι τόν καλόν ἀγῶνα, ἐφαρμόζουμε τό Ἅγιον Θέλημα τοῦ Κυρίου, γιατί τό Θέλημα τοῦ Κυρίου, ὅπως πολλές φορές τό ἔχουμε πεῖ, εἶναι  νά γίνουμε θεοί κατά Χάριν. Καί πῶς θά γίνει κανείς θεός κατά Χάριν ἄν εἶναι μέσα στό σκότος καί ἄν τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει πλημμυρίσει τήν ὕπαρξί του;
Ψάλλουμε δέ καί στήν Δοξολογία «ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς». Πράγματι μποροῦμε νά δοῦμε φῶς μόνο ἐν τῷ φωτί τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν Χριστόν λάμποντα. Ἔχομεν Θεοτόκον φωτεινοτάτην. Ἔχομεν Ἁγίους φωτεινούς καί ἐμεῖς καλούμεθα νά γίνουμε φῶς.
Ὁ Θεός νά μᾶς βοηθήση καί οἱ εὐχές ὅλων τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν τόν φωτισμόν, τήν ἔλλαμψι, τήν θέωσι, εἶδαν τό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως καί ἐθεάθησαν πολλοί ἀπό αὐτούς μέσα στό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Διότι, οἱ Ἅγιοι ὄχι μόνο εἶδαν τό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως, ἀλλά καί τούς εἶδαν μέσα σ' αὐτό τό φῶς ὅσοι ἦσαν ἄξιοι νά τούς ἴδουν. Θυμᾶστε ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅτι ὅταν ἦταν ἡ ὥρα νά παραδώση τήν ἁγία του ψυχή, δύο ἱερεῖς πού ἦταν ἐκεῖ, ἕνας ἱερομόναχος καί ἕνας ἔγγαμος, ἄξιοι ἱερεῖς, εἶδαν τό πρόσωπό του νά λάμπη ὅλο μές στό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Μποροῦσε ὁ Ἅγιος Παλαμᾶς, πού ἦρθε στό Ἅγιο Ὄρος εἴκοσι ἐτῶν καί λαχταροῦσε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τό σκότος φωνάζοντας συνεχῶς «φώτισόν μου τό σκότος», μποροῦσε νά μήν εἰσακουσθῆ ἡ προσευχή του καί νά μήν λάμψη μέσα του τό φῶς τοῦ Χριστοῦ; Αὐτό τό φῶς λοιπόν ἄς ζηλέψουμε κι ἐμεῖς κατά κάποιον τρόπο. Μέ ἕναν ἅγιον ζῆλον κι ἄς παρακαλέσουμε τόν Κύριον νά μᾶς ἀξιώση νά ἀγωνιστοῦμε γι' αὐτό τό φῶς, τό αἰώνιο φῶς, τό ἄκτιστο φῶς, τό φῶς πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί γιά τό ὁποῖο εἴμεθα κεκλημένοι. Καί ἐάν ἀπό αὐτή τή ζωή κάτι κι ἐμεῖς δοῦμε ἀπό αὐτό τό φῶς ἔχωμε ἐλπίδα ὅτι θά μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος νά ζήσωμε καί ἐν τῷ φωτί τῆς οὐρανίου Βασιλείας, τήν ὁποίαν εὔχομαι εἰς πάντας ὑμᾶς. Ἀμήν.-
Ὁμιλία τοῦ ἀειμνήστου Ἁγιορείτου Ἡγουμένου  π. Γεωργίου Καψάνη

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Αύγουστος ο μήνας της Παναγίας!

Καλό μήνα - καλή Παναγιά νά'χουμε!

Αρ. Αυστραλίας π.Στυλιανός*
Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας! Όσο κι αν περιλαμβάνει αυτός ο μήνας και μια μεγάλη δεσποτική εορτή -τη Μεταμόρφωση του Χριστού- ο Αύγουστος είναι ο κατ' εξοχήν θεομητορικός μήνας του χρόνου. Ακόμη πιο πολύ κι από τον Μάρτη, τον μήνα του Ευαγγελισμού. Γιατί δεν είναι μόνο η γιορτή, η Κοίμηση της Παναγίας στις 15 Αυγούστου, που χρωματίζει όλο τον μήνα. Είναι προπάντων ολόκληρο το πριν από την Κοίμηση δεκαπενθήμερο: Οι καθημερινές Παρακλήσεις στην εικόνα της Παναγίας με την κατάνυξη και τη συντριβή τους. Η νηστεία, η πιο φιλάνθρωπη όλου του χρόνου, μιας και δεν λείπουν τα παντοειδή φρούτα και λαχανικά. Τα μελτέμια που προϊδεάζουν για τον επερχόμενο χειμώνα και κάνουν πιο ποθητή τη μητρική αγκαλιά.

Αυτός ο «δεκαπεντισμός», όπως τον λένε στη Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων, είναι που κάνει τον Αύγουστο αποκλειστικό μήνα της Παναγίας. Όπως το Άγιον Όρος είναι το αποκλειστικό Περιβόλι Της!

Όμως τι είναι ένας μήνας ή το δάκτυλο μιας χερσονήσου, όταν πρόκειται για τη «Μεγαλόχαρη», την «Παντάνασσα», την «Πλατυτέρα των Ουρανών»;
Κανένα πρόσωπο στην Εκκλησία δεν εγνώρισε τόσο μεγάλη χάρη απο τον Θεό. Αλλά και κανένα πρόσωπο δεν αφιερώθηκε τόσο νωρίς και τόσο ανεπιφύλακτα στου Θεού το θέλημα. Στο Ναό εισήλθε «ως τριετίζουσα δάμαλις», και στο μήνυμα του Ευαγγελισμού, το ανήκουστο, απάντησε: ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ. 1,38). Γι' αυτό την εχαρίτωσε ο Θεός και την μακαρίζουν πάσαι αι γενεαί ως την Κεχαριτωμένη. Γι' αυτό και η Εκκλησία δεν αρκέσθηκε να την κηρύξει Αγία, και την ονόμασε Παναγία. Και επειδή δέχθηχε στη γαστέρα Της παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώs, ήταν πολύ φυσικό να μη φθάνει ένας μόνο χαρακτηρισμός για να εκφράσει ολόκληρο το μυστήριο της Παναγίας.
Γι' αυτό ο λαός μας της έδωσε άπειρα ονόματα, είτε ανάλογα με τις ιδιότητές Της, είτε ανάλογα με τα τοπωνύμια των προσκυνημάτων Της. Έτσι την είπε Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοο, Γλυκοφιλούσα, Οδηγήτρια, Λαοδηγήτρια, Ελεούσα, Παμμακάριστο, Περίβλεπτο, Δεξιοκρατούσα, Επταβηματίζουσα, Μυρτιδιώτισσα, Βαλουκλιώτισσα, Καμαριανή, Λαμπινή, Πορταΐτισσα κ.ά. Απ' όλον αυτόν τον πλούτο των ονομάτων και επιθέτων, που δείχνουν πόσο ζωντανή και βαθειά μένει πάντα η λατρεία της Παναγίας στη λαϊκή μας ευσέβεια, θα αναλύσουμε εδώ με συντομία μόνο ένα χαρακτηρισμό Της, που φαίνεται να εκφράζει και να συνοψίζει συγχρόνως και όλους τους άλλους μαζί. Πρόκειται για τον χαρακτηρισμό Πλατυτέρα των Ουρανών.
Τι εννοούμε λοιπόν μ' αυτή την προσωνυμία της Θεοτόκου; Είναι απλώς μια υπερβολή της πιστευούσης ψυχής; Είναι ένας ρητορισμός της βυζαντινής γραμματείας; Ή μήπως έχει και συγκεκριμένο θεολογικό περιεχόμενο ένας τέτοιος χαρακτηρισμός; Δεν χωρεί καμμιά αμφιβολία ότι η Παναγία ονομάστηκε «Πλατυτέρα των Ουρανών» γιατί εχώρεσε στη γαστέρα Της «τον αχώρητον Θεόν». Οι ουρανοί δεν τον χωρούσαν και τον εχώρεσε η μήτρα της Παρθένου! Γι' αυτό ο υμνωδός διερωτάται θαυμαστικώς: «Ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί;»;

Αυτή όμως είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος· το ένα μόνο μέρος της ιστορίας. Υπάρχει και η άλλη, που έχει κι αυτή τη σπουδαιότητά της, και μάλιστα το συγκλονιστικό ενδιαφέρον της, γιατί αφορά εμάς τους ανθρώπους και όχι τον Θεό. «Πλατυτέρα των Ουρανών» λέγεται η Παναγία, όχι μονάχα γιατί εχώρεσε τον «αχώρητον Θεόν», αλλά γιατί χωρεί και άλλους, που για πολλούς λόγους δεν χωρεί ο ουρανός! Στον ουρανό, δηλαδή στη Βασιλεία των Ουρανών, δεν χωρούν όλοι. Θέση και δικαίωμα εκεί έχουν μόνο οι άγιοι, οι εκλεκτοί. Οι αμαρτωλοί και βέβηλοι δεν έχουν εκεί θέση. Όμως στης Παναγίας την καταφυγή και προστασία τολμούν να πλησιάσουν κι αυτοί ζητώντας έλεος και πρεσβείες και μεσιτεία. Γνωρίζοντας οι αμαρτωλοί πως είναι από τη γη η Παναγία, την αναγνωρίζουν μάνα όλου του κόσμου: «και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν...», ψάλλουμε στην Παράκληση. Η Παναγία λοιπόν χωρεί περισσότερα από τον ουρανό και εν σχέσει με μας τους ανθρώπους. Γι' αυτό είναι και από αυτή την άποψη των ουρανών Πλατυτέρα!
Ας ευχηθούμε να μη στερηθεί κανείς πιστός και κανείς άνθρωπος τη σωτήρια πρεσβεία Της προς τον Υιό Της και Λόγο και Σωτήρα του κόσμου!
* απόσπασμα από το έργο: «Ενσαρκώσεις του Δόγματος», εκδ. Δόμος

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ


«Η αγία Χριστίνα καταγόταν από την πόλη της Τύρου κι ήταν κόρη ενός στρατηλάτη ονόματι Ουρβανού. Αυτός έβαλε την κόρη του σε πύργο υψηλό, της έδωσε εντολή να ζει εκεί και να προσφέρει  θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς που εκείνος λάτρευε, κατασκευασμένους από χρυσάφι, ασήμι και άλλα υλικά. Η Χριστίνα όμως τα έκανε κομμάτια και ό,τι πολύτιμο υπήρχε ως υλικό το έδωσε στους φτωχούς. Γι’  αυτόν τον λόγο ο πατέρας της άρχισε να την υποβάλλει σε πολλές τιμωρίες και την έβαλε σε φυλακή, χωρίς να της δίνει τροφή. Η αγία όμως τρεφόταν από αγγέλους, οι οποίοι την θεράπευσαν και από τις πληγές της. Έπειτα ρίχνεται στη θάλασσα, όπου δέχεται το θείο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο, και οδηγείται στην ξηρά από θείο άγγελο. Όταν μαθεύτηκε ότι ζει, κλείνεται πάλι στη φυλακή, κατ’ εντολή του πατέρα της, ο οποίος το ίδιο βράδυ πέθανε με άσχημο τρόπο. Στη θέση του πατέρα της έρχεται ο στρατηγός Δίων, ο οποίος αρχίζει να εξετάζει τη μάρτυρα, ο αλιτήριος. Αυτή δε, επειδή κήρυξε τον Χριστό, τιμωρείται σκληρότατα. Μέσα στα μαρτύρια ευρισκόμενη, τέλεσε διάφορα θαύματα, γεγονός που οδήγησε στην πίστη τρεις χιλιάδες από τους στρατιώτες. Μετά τον Δίωνα, ανέλαβε την εξουσία κάποιος Ιουλιανός, ο οποίος ρίχνει την αγία σε κάμινο του πυρός, κι αφού εκείνη έμεινε άφλεκτος, την καταδικάζει να ριχτεί σε δηλητηριώδη φίδια και διατάζει  έπειτα να της κόψουν τους μαστούς, από τους οποίους χύθηκε αντί αίμα γάλα. Στη συνέχεια της κόψανε τη γλώσσα, και τελευταίο από όλα, αφού κτυπήθηκε από στρατιώτες με πέτρες, παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό».




Τρία σημεία από το συναξάρι της αγίας είναι εξόχως σημαντικά, προκειμένου να τα σχολιάσουμε:
(1) Λέγεται – και όχι άδικα – ότι ανώτερη αγάπη στον κόσμο τούτο από τη γονεϊκή δεν υπάρχει. Οι γονείς είναι εκείνοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που είναι έτοιμοι και τη ζωή τους να δώσουν για χάρη των παιδιών τους. Διότι νιώθουν ότι τα παιδιά τους αποτελούν κομμάτι του εαυτού τους: η ζωή των παιδιών τους ήδη εκ κοιλίας μητρός ζυμώθηκε μ’  εκείνους. Κι όμως: στην περίπτωση της αγίας Χριστίνας – δυστυχώς όχι μόνον αυτής – τούτο καταλύεται. Ο ίδιος ο πατέρας της γίνεται ο δήμιός της, εκείνος που θέλει να την καταστρέψει. Αιτία: ο φανατισμός του, που τον κάνει να είναι δέσμιος των ειδώλων, δηλαδή των διαφόρων δαιμονίων, και που γι’ αυτό απαιτεί και η κόρη του να τον ακολουθεί στις δικές του δοξασίες. Εκ διαμέτρου αντίθετη τοποθέτηση από τη χριστιανική, η οποία κάνει τον άνθρωπο να αγαπά με απόλυτο τρόπο τον Θεό, για να μπορεί όμως αυτός στη συνέχεια να αγαπά με απόλυτο πάλι τρόπο και τον συνάνθρωπό του, που σημαίνει και να σέβεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ελευθερία του.
(2) Η αγία άρχισε να διώκεται για την πίστη της στον Χριστό, ενόσω ακόμη δεν είχε γίνει πλήρως χριστιανή, δηλαδή όταν ακόμη δεν είχε βαπτισθεί. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε πλούσια σε αυτήν, έστω και με εξωτερικό τρόπο. Διότι το βάπτισμα προσφέρει ακριβώς αυτό: συνδέει τον καλοπροαίρετο και ενεργούμενο εξωτερικά από τη χάρη του Θεού άνθρωπο με τον Χριστό, τον κάνει μέλος Του και συνεπώς ο Χριστός δρα μέσα από το κέντρο της καρδιάς του, εκεί που πριν δρούσε το πονηρό. Σ’  έναν τέτοιον άνθρωπο όμως, σαν την αγία Χριστίνα, ο Θεός βρίσκει τρόπους να συνδεθεί με αυτόν, πέραν των «κανονικών και νομίμων». Και τι γίνεται; Μέσα στη θάλασσα ευρισκόμενη η αγία, από την κακία των διωκτών της, έχει τον ίδιο τον Δημιουργό και Σωτήρα της Χριστό να τελεί το άγιο βάπτισμά της, προκειμένου να την κάνει μέλος Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει», ενώ θαυμάζει κανείς την «υπακοή» και του ίδιου του Χριστού μας σε ό,τι ο Ίδιος έχει νομοθετήσει. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται».

(3) Στο μαρτύριο της εκτομής των μαστών της, διαπιστώνεται το παραδοξότατο: αντί αίματος εκχέεται γάλα. Πέραν από την παρατηρούμενη ενέργεια του Θεού, που κάνει ένα θαύμα – προφανώς για να ενισχύσει τους καλοπροαίρετους θεατές του μαρτυρίου της, ώστε να μεταστραφούν ή ν’ αυξηθούν στην πίστη – μπορούμε να επιχειρήσουμε και μίαν ακόμη εξήγηση: αφενός το γάλα αυτό, από μία παρθένο, μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβολο της διδασκαλίας που ασκούσε η αγία στους ειδωλολάτρες, κατά το «γάλα υμάς επότισα» που έλεγε στους αρχαρίους στην πίστη ο απόστολος Παύλος, αφετέρου φανερώνει την κυοφορία, μέσα της, της χάριτος του Θεού, που την κάνει και αυτήν μία μικρή «Παναγία», κατά τους λόγους του Κυρίου, που είπε ότι αυτοί που τηρούν το άγιο θέλημά του Πατέρα Του «μήτηρ και αδελφός και αδελφή Του εισίν».

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

«Μέγα το κατόρθωμα τό σόν, μέγα και πανάριστον  όντως, σου τό εκνίκημα φύσις γαρ ευπτόητος και ευταπείνωτος, τον αόρατον δράκοντα, το όρος το  μέγα, νουν τόν πολυμήχανον, Μαρίνα σύ αληθώς, είλες ευτελές ώς στρουθίον, και καταπατούσα χορεύεις, νυν μετά Αγγέλων αξιάγαστε.»
Μέσα στην ουράνια παστάδα του νυμφίου Χριστού, «νύμφη περικαλλής», «βασίλισσα πεποικιλμένη», «στολισθείσα φαιδρώς» με την πορφύρα που έβαψε το αίμα της και «τόν παρθενίας χιτώνα, τό σώμα κοσμούσα, χρυσέον ώς ύφασμα», «διπλοίς στεφάνοις κοσμουμένη», ξεχωρίζει η «αμνάς του Ιησού» για της οποίας την καταγωγή και την άθληση «ή των Αντιοχέων πόλις έγκαυχάται», η μεγαλομάρτυς αγία Μαρίνα.


Πολλά τα εγκώμια που έχουν γραφτεί για τη χάρη της. Ο βίος της γραμμένος ελληνικά, με αρχή «Ουδέν ούτως ήδύνει και καθιλαρύνει ψυχήν», σώζεται σε δύο αγιορείτικα χειρόγραφα στις ιερές μονές Ιβήρων και Μεγίστης Λαύρας. Στη Μεγίστη Λαύρα σώζεται επίσης και άλλο μαρτύριο της, με αρχή «Ή της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού χάρις». Εξ’ άλλου, στη Μεγίστη Λαύρα και στην ιερά μονή Παντοκράτορος υπάρχει και ο ελληνικός «Λόγος εις την Αγίαν Μαρίναν» με αρχή «Και την Εκκλησίαν αρα, ής ό Χριστός κεφαλή» που έγραψε ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ο Κύπριος. Επίσης, από τις παλαιότερες συνοπτικές καταγραφές της «αθλήσεως» της, είναι και εκείνες που σώζονται στο «Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως (9ος-10ος αι. μ.Χ.) καθώς και στο περίφημο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (958-1025) του οποίου η συγγραφή αποδίδεται στον Συμεών τον Μεταφραστή περί τα έτη 961-964 μ.Χ.
Σταχυολογώντας πληροφορίες για την Αγία από τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από το Μηναίο Ιουλίου, από τον Συναξαριστή του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου και από το Μηνολόγιο του Βασιλείου που ξεκινά με την φράση «Ή του Χριστού μάρτυς Μαρίνα», μπορούμε να συνοψίσουμε τον βίο της ως ακολούθως:
Η ένδοξη αγία μεγαλομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε λίγο μετά τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, στα σκοτεινά χρόνια των διωγμών, στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Και μαρτύρησε επί Αυγούστου Κλαυδίου Β’ του Γοτθικού (268-270) το έτος 270 μ.Χ.


Η Αντιόχεια της Πισιδίας (αποκαλούμενη σήμερα Yalvac) απλωμένη στις πλαγιές της οροσειράς του Ταύρου, την εποχή εκείνη ήταν μία επιφανής ρωμαϊκή αποικία με μεγάλη εμπορική ανάπτυξη. Έφερε τον τίτλο: «Λαμπρότατη και σεβασμιωτάτη Αντιοχέων Κολωνία, αποικία Ρωμαίων», και οι κάτοικοι της αναγνωρίζονταν ως «Ρωμαίοι πολίτες».
Στην πόλη λατρεύονταν θεότητες ινδικής κυρίως προέλευσης, αλλά και φοινικικής. Στο πισιδικό πάνθεο κυριαρχούσαν η Αστάρτη και ο Δίας, ενώ οι κάτοικοι της Αντιόχειας έτρεφαν ιδιαίτερο σεβασμό στον ψευδοθεό Μην Ασκηνό, που τον θεωρούσαν προστάτη της γονιμότητας και του πολλαπλασιασμού ζώων και φυτών.
Μεταξύ των ετών 45-48 μ.Χ. ο απόστολος των εθνών Παύλος, στην διάρκεια της πρώτης αποστολικής περιοδείας του, έχοντας ως βοηθό του τον Βαρνάβα, ήρθαν στην Αντιόχεια της Πισιδίας και ευαγγελίστηκαν τον Λόγο του Κυρίου στην συναγωγή των Ιουδαίων. Οι Ιουδαίοι τους αντιμετώπισαν με δυσπιστία και τότε οι δύο απόστολοι στράφηκαν προς τους ειδωλολάτρες κατοίκους, οι οποίοι τους άκουσαν με ενθουσιασμό. Όταν οι Ιουδαίοι είδαν ότι οι εθνικοί ασπάστηκαν την διδασκαλία του Παύλου και «διεφέρετο ό λόγος του Κυρίου δι’ όλης της χώρας», εξέγειραν τους άρχοντες και κατεδίωξαν τους αποστόλους, βγάζοντας τους από τα σύνορα της πόλης. Τότε οι δύο απόστολοι ακολουθώντας την εντολή του Κυρίου: «Και όσοι εάν μή δέξωνται ύμας μηδέ άκούσωσιν υμών, έκπορευόμενοι εκείθεν εκτινά¬ξατε τόν χουν τόν ύποκάτω τών ποδών υμών εις μαρτύριον αύτοίς• αμήν λέγω ύμϊν, άνεκτότερον έσται Σοδόμοις ή Γο-μόρροις εν ήμερα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη» (Μάρκ. ΣΤ, 11), αποτίναξαν την σκόνη της Αντιόχειας που είχε συσσω-ρευθεί κάτω από τα υποδήματα τους και αναχώρησαν για το Ικόνιο (Πραξ. ΙΓ, 14-52).
Δύο αιώνες αργότερα, την εποχή που έζησε στην Αντιόχεια της Πισιδίας η Αγία Μαρίνα, η ειδωλολατρία επικρατούσε, ενω ο χριστιανισμός είχε  γνωρίσει έναν από τους μεγαλύτερους διωγμούς του επί Δεκίου το έτος 250 μ.Χ.
Η Αγία ήταν μοναχοθυγατέρα κάποιου ιερέα των ειδώλων, του Αιδέσιου (ή Αιδέσιμου), και όταν έμεινε ορφανή από μητέρα στα δώδεκα της χρόνια, ο πατέρας της ανέθεσε την ανατροφή της σε κάποια καλή γυναίκα. Εκείνη η παραμάνα, που ήταν μία πιστή κρυπτοχριστιανή, μαζί με τα κανακέματα που αρμόζουν στα μικρά παιδιά και τις ιστορίες που τους λένε, ξεκίνησε να μιλά στη μικρή Μαρίνα και για τον Χριστό. Έτσι σιγά-σιγά η αγία, με τη στοργή και την αγάπη εκείνης της ευλαβικής και μακάριας γυναίκας, κατηχήθηκε στην χριστιανική πίστη. Οι λόγοι του Κυρίου που άκουγε με προσοχή και με δίψα μάθησης, εισχώρησαν στο εύφορο έδαφος της ψυχής της και ρίζωσαν γερά, σαν τον καλό σπόρο του Ευαγγελίου (Μάρκ. Γ’, 8). Σύντομα θα απέδιδαν πλούσιους καρπούς.
Μπορεί κανείς να φανταστεί τι μεγάλο ρήγμα δημιουργήθηκε στην σχέση πατέρα και κόρης, όταν η Μαρίνα ομολόγησε θαρρετά ότι ήταν Χριστιανή.
Ο Αιδέσιος, ο ειδωλολάτρης πατέρας της, όταν έμαθε την ακλόνητη μεταστροφή της στον Χριστιανισμό αμέσως την αποκλήρωσε. Όμως η Αγία δεν πτοήθηκε από το μίσος του γεννήτορα της. «Και έσεσθε μισούμενοι ύπό πάντων διά τό όνομα μου» (Ματθ. 1,22) ήταν οι λόγοι του Κυρίου που την παρηγορούσαν. Γνώριζε ότι ασπαζόμενη την χριστιανική πίστη, την μόνη αληθινή, θα ερχόταν αντιμέτωπη με τον πατέρα της ο οποίος όχι μόνον ήταν ειδωλολάτρης, αλλά και ιερέας των ψευδοθεών. Ο Κύριος είχε πει: «Μή νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γήν ούκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γάρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός… και εχθροί του άνθρωπου οί οικιακοί αυτού. Ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ούκ εστι μου άξιος» (Ματθ. I, 34-37). Αυτά ήταν τα λόγια που οδηγούσαν πλέον την ζωή της και φλόγιζαν την επιθυμία της. Πατέρας της πλέον ήταν ο Ουράνιος Πατέρας όλων, και ήθελε αυτό σε όλους να το πει. Ήθελε να ομολογήσει την πίστη της και να μαρτυρήσει για το όνομα του Χριστού, προτρεπόμενη από τους λόγους Του: «Πάς ούν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν τών ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ έν αύτώ, έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. I, 32).
Και εκείνη η ημέρα για την οποία ανυπομονούσε, έφθασε. Ήταν πλέον δέκα πέντε ετών η Μαρίνα και για να μπορεί να εξοικονομεί τον επιούσιο άρτο της έβοσκε πρόβατα. Βρισκόταν λοιπόν με το κοπάδι της σε έναν αγρό, όταν την είδε ο έπαρχος της πόλης Ολύμβριος που είχε βγει περίπατο στην εξοχή, θαμπωμένος από την ομορφιά της, που έμοιαζε ανώτερη από όλα τα λουλούδια εκείνου του αγρού, την ερωτεύτηκε αμέσως και πόθησε να την κάνει γυναίκα του. Ζήτησε λοιπόν να την οδηγήσουν στο ανάκτορο του.
Η νεαρή Μαρίνα ακολούθησε ήρεμα τους φρουρούς που την συνόδευαν στον έπαρχο. Καταλάβαινε ότι τα βήματα της δεν την κατεύθυναν προς έναν επίγειο νυμφίο. Ποτέ δεν θα γινόταν σύζυγος του Ολύμβριου. Αντίθετα, η οδός την οποία βάδιζε την οδηγούσε κατευθείαν στον Νυμφίο που ποθούσε η ψυχή της. Στον ουράνιο Νυμφίο Ιησού Χριστό. Επάνω στο Πανάγιο όνομα Του ακουμπούσε όλες τις ελπίδες της και έδιωχνε μακριά κάθε φόβο. «Ούτε ένα σπουργίτι δεν μπορεί να πέσει νεκρό στη γη χωρίς την θέληση του ουράνιου Πατέρα σας. Μη φοβάστε λοιπόν. Έχετε μεγαλύτερη αξία από πολλά σπουργίτια» (Ματθ. I, 29-32) είχε πει ο Κύριος Ιησούς. Εκείνος λοιπόν που φρόντιζε ξεχωριστά για κάθε ένα από τα δημιουργήματα Του, θα φρόντιζε και για εκείνην. Γνώριζε ότι και κάθε τρίχα της κεφαλής της ήταν μετρημένη από τον Κύριο.
Ενισχυμένη λοιπόν από αυτούς τους λόγους, η Μαρίνα βάδιζε άφοβα προς την κατοικία του ηγεμόνα. Ήταν οπλισμένη με την ασπίδα της πίστεως και την μάχαιρα του πνεύματος, τους λόγους δηλαδή του Κυρίου, που γνώριζε ότι θα την έσωζαν από κάθε δυσκολία. Θυμόταν την προτροπή του αποστόλου Παύλου: «Έπί πάσιν άναλαβόντες τόν θυρεόν της πίστεως, εν ώ δυνήσεσθε πάντα τά βέλη του πονηρού τά πεπυρωμένα σβέσαι» (προς Εφεσίους ΣΤ, 16). Δεν σκεφτόταν τι θα πει. Δεν προετοίμαζε στο μυαλό της απολογίες. Γνώριζε ότι με το που θα άνοιγε το στόμα της, το Πνεύμα το άγιο θα μιλούσε για εκείνην. Τι κι αν ήταν ένα αδύναμο κορίτσι; Τι κι αν έπρεπε να αντιμετωπίσει ολόκληρο ηγεμόνα; «Τά ασθενή του κόσμου εξελέξατο ό Θεός ίνα καταισχύνη τά ισχυρά» (Κορινθ. Α, 27) είχε πει ο απόστολος. Και αν δεν ήταν μόνον ο ηγεμόνας αλλά ήταν όλες οι δυνάμεις του πονηρού, και πάλι η Μαρίνα γνώριζε ότι μπορούσε να νικήσει ντυμένη την πανοπλία του Θεού. Ο θείος Παύλος και πάλι την προέτρεπε νοερά με τους λόγους του: «Ένδύσασθε τήν πανοπλίαν του Θεού προς τό δύνασθαι υμάς στήναι προς τάς μεθοδείας του διαβόλου• ότι ούκ εστίν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά πρός τάς αρχάς, πρός τάς εξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας του σκότους» (Εφεσ. ΣΤ, 11-12).
Υπερασπιστής της στη θλιμμένη οδό που ακολουθούσε, θα ήταν ο ίδιος ο Χριστός. Εκείνος θα ελάφρυνε το βάρος του σταυρού, που η Αγία κουβαλούσε στους εφηβικούς της ώμους, ακολουθώντας τον Νυμφίο της καρδιάς της.
Η Αγία παρουσιάστηκε στον Ολύμβριο με σεμνότητα, και όταν ξεκίνησε η συζήτηση, η Μαρίνα έδωσε την απάντηση της με σύνεση στον έπαρχο, ομολογώντας του με θάρρος: «Της Πισιδίας είμαι γέννημα και θρέμμα, και τό του Κυρίου μου Ιησού Χρίστου επικαλούμαι όνομα». Αυτή η απάντηση άλλαξε αμέσως την διάθεση του Ολύμβριου και τα αισθήματα του απέναντι της. Διέταξε να την κλείσουν φυλακή μέχρι την επόμενη ημέρα που ξημέρωνε γιορτή και είχαν θυσία. Όμως μάταια έλπιζε. Ο ηγεμόνας έμοιαζε με εκείνους που «ήλλαξαν την δόξαν του άφθαρτου Θεού έν όμοιώματι εικόνος φθαρτού άνθρωπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών, και έσεβάσθησαν και έλάτρευσαν τή κτίσει παρά τόν κτίσαντα» (Ρωμ. Α, 23-25). Η Αγία απεναντίας ως μόνον και μέγα Αρχιερέα στον οίκο του θεού αναγνώριζε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό ο οποίος «μίαν υπέρ αμαρτιών προσενέγκας θυσίαν εις τό διηνεκές έκάθισεν εν δεξιά τού Θεού» (προς Εβρ. Δ, 14 και I, 12). Μόνο σε Αυτόν μπορούσε να θυσιάσει, και ως θύμα πρόσφερε τον ίδιο τον εαυτό της. Η Μαρίνα με την απολογία της σκόρπισε σαν καπνό κάθε μάταιη ελπίδα του ηγεμόνα. Τον κατατρόπωσε χλευάζοντας τα είδωλα για την ασθένεια και τη ματαιότητα τους, και δεν του άφησε περιθώριο αντιλογίας. Τότε ο Ολύμβριος την παρέδωσε στα χέρια των δημίων.
Την ξάπλωσαν κατά γης και την χτυπούσαν με αγκαθωτά ραβδιά, μέχρι που το αίμα της κοκκίνησε το χώμα. Έπειτα την φυλάκισαν, και λίγες ημέρες αργότερα την περίμενε νέο μαρτύριο. Την κρέμασαν από τα χέρια και ξέσχιζαν για ώρες το σώμα της με σιδερένια νύχια. Η Αγία όμως έδειχνε καρτερία• «ό δέ ύπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. I, 22) είχε πει ο Κύριος. Και η Μαρίνα θυμόταν αυτούς τους λόγους που την ενίσχυαν τώρα στις δύσκολες αυτές ώρες του μαρτυρίου. Δεν φοβόταν τους δημίους με τα σιδερένια νύχια που έφθειραν μόνο το χωμάτινο κορμί της, οργώνοντας το με αιμάτινα ρυάκια. Την ψυχή της που ανήκε στον Κύριο τίποτε και κανένας δεν μπορούσε να την βλάψει.
Βλέποντας την Αγία ακλόνητη στην πίστη της την έριξαν πάλι στο κελί της φυλακής. Και εκεί, εκείνο που δεν κατάφερε ο έπαρχος, προσπάθησε να το κατορθώσει, μάταια όμως, ο μισόκαλος διάβολος. Ενώ λοιπόν η αγία προσευχόταν στο δεσμωτήριο «έφάνη αύτη δράκων παμμεγέθης, έχων όφεις περί τόν τράχηλον αύτού, και συρίζων πέριξ της αγίας, ήπείλη καταπιείν αυτήν. Καί κατασφραγισαμένη καί ποιήσασα τόν τύπον του σταυρού, ενέκρωσεν αυτόν». (Μηναίο Βασιλείου). Στον συναξαριστή του αγίου Νικόδημου του αγιορείτου και, με μικρές παραλλαγές, στο μηναίο Ιουλίου αναφέρονται τα εξής: «Έγεινε δέ εκεί σεισμός μέγας, ώστε έσαλεύθη ή φυλακή, καί ιδού έμβηκεν από εν μέρος της φυλακής εις δράκων, ό όποιος έρπων κατά γής έκαμνε φοβερόν συρισμόν, καί έφάνη ότι έχυσε φωτίαν πέριξ τής άγιας. Επειδή δέ ή άγια έφοβήθη πολλά καί έγεινε σύντρομος διά τήν θεωρίαν ταύτην, προσηύχετο εις τόν θεόν όθεν ό φοβερός εκείνος δράκων μεταβληθείς, έφαίνετο ώς μαύρος τις σκύλος. Ή δέ μάρτυς άρπάσασα τούτον άπό τάς τρίχας, καί ευρούσα εκεί εν σφυρίον ερριμένον, εκτύπησεν αυτόν εις τήν κεφαλήν καί εις τήν ράχιν, καί τελείως αυτόν εταπείνωσε». Στο χειρόγραφο της Μεγίστης Λαύρας αναφέρεται ότι ο διάβολος παρουσιάστηκε σαν δράκοντας φοβερός. Από το στόμα και τα μάτια του έβγαιναν καπνοί και φωτιά, τα δόντια του ήταν άσπρα και η γλώσσα του κόκκινη σαν αίμα. Με θόρυβο και σφυρίγματα πλησίασε την αγία, κι εκείνης της φάνηκε ότι την κατάπιε μέχρι τη μέση. Έντρομη, επικαλέστηκε το σωτήριο όνομα του Χριστού και χρησιμοποιώντας ως δίστομη ρομφαία το σημείο του σταυρού, ξέσχισε την κοιλιά του και γλίτωσε. Στη συνέχεια ο δαίμονας της παρουσιάστηκε σαν σκύλος και η αγία χτυπώντας τον με ένα σφυρί, τον εταπείνωσε. Για τρίτη φορά προσπάθησε να την πειράξει ενώ προσευχόταν. Της παρουσιάστηκε σαν ένας τεράστιος μελαμψός άνδρας• την άρπαξε από τα χέρια και τη φοβέριζε ότι θα την σκοτώσει αν δεν σταματούσε τις προσευχές. Τότε αρπάζοντας τον η αγία από τα μαλλιά, τον χτύπησε και τον ανάγκασε να εξαφανιστεί. Αμέσως, όλη η φυλακή έλαμψε από ένα φωτεινό σταυρό που ένωνε γη και ουρανό, και ένα περιστέρι ανάγγειλε στην αγία το επικείμενο τέλος της, συγχαίροντας την ταυτόχρονα για το κατόρθωμα της: «Χαίρε, Μαρίνα, ή λογική περιστερά του Θεού, ότι ένίκησας τόν πονηρόν και τον έχθρόν κατήσχυνας».
Μετά την μεγαλειώδη αυτή νίκη κατά του διαβόλου, η αγία αναπαύθηκε στο σκοτεινό κελί της με την καρδιακή ταραχή που ακολουθεί κάθε μεγάλη μάχη, αλλά και πνευματική ηρεμία ταυτόχρονα, μαζί και ταπείνωση, ενθυμούμενη τους λόγους του Κυρίου: «Ιδού δίδωμι υμίν τήν έξουσίαν του πατείν επάνω όφεων καί σκορπιών και επί πάσαν τήν δύναμιν του εχθρού, καί ουδέν ύμας ου μή άδικήση. Πλήν έν τούτω μή χαίρετε, ότι τά πνεύματα υμίν υποτάσσεται• χαίρεται δέ ότι τά ονόματα υμών έγράφη έν τοις ουρανοίς» (Λουκ. Γ, 19-20).
Την επομένη ημέρα νέα μαρτύρια περίμεναν την Αγία. Την κρέμασαν από τα χέρια και με αναμμένες λαμπάδες έκαιγαν το στήθος και τα πλευρά της. Κι έπειτα, την έριξαν με το κεφάλι προς τα κάτω μέσα σ’ ένα λέβητα γεμάτο νερό για να την πνίξουν. Αμέσως όμως έγινε σεισμός και ο φωτεινός σταυρός μαζί με το περιστέρι φάνηκαν και πάλι. Η Αγία ελευθερώθηκε από τα δεσμά της και με το που αναδύθηκε από το νερό δέχτηκε στο κεφάλι από το περιστέρι, αμάραντο λουλουδένιο στεφάνι. Έτσι, ο λέβητας εκείνος του μαρτυρίου με το νερό, μετατράπηκαν για την Αγία σε κολυμβήθρα αναγεννήσεως, αφού ακόμη δεν είχε προλάβει να δεχτεί το βάπτισμα, που τόσο ποθούσε, στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Το πλήθος που παρακολουθούσε το μαρτύριο, βλέποντας το θαύμα πίστεψε στο Χριστό, και αμέσως ο Ολύμβριος διέταξε τον αποκεφαλισμό όλων των πιστών. Ταυτόχρονα, καταδίκασε και την αγία Μαρίνα να αποκεφαλιστεί με ξίφος. «Καί καταλαβούσα η άγια τόν τόπον της τελειώσεως, και επί πολύ προσευξαμένη, έτελειώθη».
Η μαρτυρική σορός της κηδεύτηκε με τιμές από κάποιον πιστό ονόματι Θεότιμο. Και όταν καθιεροοθηκε ο Χριστιανισμός, ανεγέρθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν της Αγίας Μαρίνας, στον οποίο αποθησαυρίστηκε και το τίμιο λείψανο της σε πολυτελή λειψανοθήκη, αποτελώντας πηγή πλείστων ιαμάτων προς δόξαν του Τριαδικού Θεού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Αυτός ήταν εν συντομία ο βίος και το μαρτύριο της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνας που η Εκκλησία μας με λαμπρότητα τιμά την μνήμη της στις 17 Ιουλίου.

Πηγή: Η Αγία Μαρίνα, Μανουήλ Τασούλας, Ιερός ναός Αγίας Μαρίνας Θησείου